Η γνωστή τραγική κατάληξη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία οι δυνάμεις της Αντάντ μετά το 1918 επέβαλαν (μαζί με τους ταπεινωτικούς όρους των Συνθηκών των Βερσαλλιών) στην ηττημένη Γερμανία, δίδαξε στην ανθρωπότητα τρία πράγματα.
Πρώτον, ότι θεσμοί επιβαλλόμενοι και επείσακτοι, τα λεγόμενα «θεσμικά μοσχεύματα», σπανίως πετυχαίνουν και «πιάνουν» στις χώρες υποδοχής, ακόμη και όταν είναι προοδευτικοί, ορθολογικοί και κινούνται προς την κατεύθυνση του ιστορικού ρεύματος. Δεύτερον, ότι - οι ήδη εύτρωτοι εκ μόνου του γεγονότος της ξενόφερτης εισαγωγής τους - μεταλαμπαδευόμενοι θεσμοί καθίστανται ακόμη πιο αναποτελεσματικοί και ευάλωτοι, όταν η κοινωνία υποδοχής βιώνει την επιβολή τους ως ταπείνωση.
Τρίτον, ότι η κοινωνική δυσφορία μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδία, όταν στην ταπείνωση προστίθεται και αναποτελεσματικότητα που οδηγεί σε εκτεταμένη ανέχεια (χαρακτηριστικό: η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με τα όποια προβλήματά της, «ψιλοπορεύτηκε» μέχρι την οικονομική κρίση του 1929).
Υπό το φως αυτού του ιστορικού διδάγματος, επομένως, άνετα μπορεί κανείς να κατανοήσει την αντιδημοφιλία στην πατρίδα μας του μνημονιακού μηχανισμού. Σε συνδυασμό με την υφιστάμενη ύφεση - την οποία αυτός ασφαλώς διευρύνει και επιτείνει - καθώς και την έπαρση, ίσως δε και την τιμωρητική διάθεση διαφόρων ανιστόρητων τεχνοκρατών ή πολιτικών παραγόντων εμπλεκομένων στην εφαρμογή του, ευεξήγητα βιώνεται ως τερατούργημα από την ελληνική κοινωνία. Μήπως, ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση μας κρύβει το δάσος (της προοπτικής) πίσω από τα δέντρα (της δυστυχίας); Και ποιο είναι εν προκειμένω το δάσος;
Ισως το ότι η χώρα μας, επειδή ουσιαστικά δεν βίωσε φεουδαρχία και επομένως δεν έζησε την εποποιία της αστικής ανόρθωσης, δεν αφομοίωσε τα βασικότερα κεκτημένα του αστικού πολιτισμού, στα οποία στηρίχτηκε η δυναμική και ο δυναμισμός του.
Αυτά, δε, είναι κυρίως δύο: αφενός η ηγεμόνευση της αντίληψης περί της δεσμευτικότητας των υποσχέσεων (δηλαδή της τήρησης των δεσμεύσεων) και της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων. Πράγματι, το περίφημο ρωμαϊκό «οι συμβάσεις είναι τηρητέες» ή «pacta sunt servanda», από το οποίο άντλησε ο αστικός πολιτισμός και η αστική ηθική, δεν είναι μόνο ένας ηθικός κανόνας. Θεμελιώνοντας το αξιόπιστο των συναλλαγών και των πιστωτικών δραστηριοτήτων δημιουργεί δανειοληπτική ικανότητα και γίνεται η βάση της ανάπτυξης. Μετατρέπει την υπόσχεση σε χρήμα, μεταφέρει στο σήμερα - με δυναμική αναπτυξιακή μάλιστα - το χρήμα που θα παραχθεί αύριο. Σ' αυτή, την ελάχιστα αφομοιωμένη παρ' ημίν αρχή, την «πίστη» με όλες τις σημασίες του όρου, βασίστηκε η παρελθούσα ευημερία μας και σ' αυτή θα βασιστεί κάποια στιγμή η μελλοντική, όταν καμφθεί η παγκόσμια ύφεση. (Εφόσον, βέβαια, δεν έχει κατισχύσει στη χώρα μας η τριτοκοσμική ιδεολογία τού «δεν χρωστάω, δεν πληρώνω». Την οποία προβάλλουν χαζοχαρούμενα κυρίως όσοι χρωστάνε. Τουλάχιστον της Μιχαλούς).
Το δεύτερο, δε, στοιχείο του αστικού πολιτισμού, που επίσης βρίσκουμε στο Μνημόνιο, είναι η ελεύθερη αναζήτηση αμοιβαία επωφελών συγκλίσεων μεταξύ των ανθρώπων, ιδίως των συναλλασσομένων. Η κορυφαία δε εκδήλωση αυτής της ελεύθερης αναζήτησης συγκλίσεων είναι, ίσως, η απόλυτη ελαστικότητα της αγοράς εργασίας. Αυτής, για παράδειγμα, που θα επιτρέψει σε μια μητέρα φαρμακοποιό να προσλάβει, μέχρι να ετοιμάσει τα παιδιά της, για ένα δίωρο το πρωί (νόμιμα και με την αναλογούσα ασφάλιση: και αυτά αστικές κατακτήσεις υπήρξαν) έναν φοιτητή ως βοηθό.
Το ότι η ελευθερία των συμβάσεων και η αυτοδέσμευση των συμβαλλομένων παράγει ανισότητες, λόγω των οικονομικών συσχετισμών δύναμης, είναι προφανές. Υπήρξε, όμως, ποτέ άλλο σύστημα, πλην του βασιζόμενου σε αυτές τις αρχές, που να παρήγαγε περισσότερο και περισσότερο διαχεόμενο πλούτο;
Συμπέρασμα: Μήπως πίσω από τις - δημιουργούς ύφεσης και ανέχειας - κακοτεχνίες του, τις ανεπάρκειες των εμπνευστών ή εφαρμοστών του και τον πόνο που φέρνει, το Μνημόνιο έχει και ένα θετικό; Οτι, δηλαδή, αποκαθιστά τις σχέσεις της κοινωνίας μας με τον πυρήνα του αστικού πολιτισμού, την αξιοπιστία, με την οποία για λόγους ιστορικούς - που στην πορεία έγιναν λόγοι νοοτροπιακοί - είχαμε πάντα χαλαρές και μόνο επιδερμικές επαφές; Προβληματισμός ο οποίος, βέβαια, δεν πρέπει να αναστείλει τις προσπάθειες για εκρίζωση των όποιων παραλογισμών και κακοτεχνιών του...
Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικών Θεσμών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο